ίλη

ίλη
η воен, эскадрон; рота (в бронетанковых войсках и кавалерии)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "ίλη" в других словарях:

  • ίλη — η (Α ἴλη και δωρ. τ. ἴλα και ιων. εἴλη) νεοελλ. 1. μονάδα ιππικού τού παλαιού στρατού που αντιστοιχούσε στον λόχο τού πεζικού 2. λόχος τεθωρακισμένων αρχ. 1. πλήθος, ομάδα ανθρώπων 2. πλήθος ζώων 3. στράτευμα, τμήμα στρατού 4. μονάδα ιππικού από… …   Dictionary of Greek

  • ἴλη — ἴ̱λη , ἴλη band fem nom/voc sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἴλῃ — ἴ̱λῃ , ἴλη band fem dat sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ίλη — η μονάδα του ιππικού, και σήμερα των θωρακισμένων, που αντιστοιχεί με τη δύναμη του λόχου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἵλη — ἵ̱λη , ἵλημι be gracious! imperf ind act 3rd sg ἵ̱λη , ἵλημι be gracious! imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ила в древней Греции — (ίλη) 1) в Спарте подразделения отрядов (βοΰα), по которым распределялись воспитывавшиеся на государственный счет мальчики. Во главе И., или буи, стояли иларх, или буагор, избиравшиеся из юношей старше 20 лет (ίρανες). 2) Роты или эскадроны в… …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • Ила (воен.) — (ίλη): 1) в Спарте подразделения отрядов (βοΰα), по которым распределялись воспитывавшиеся на государственный счет мальчики. Во главе И., или буи, стояли иларх, или буагор, избиравшиеся из юношей старше 20 лет (ίρανες). 2) Роты или эскадроны в… …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • ἶλαι — ἴλη band fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μυστίλη — μυστίλη, ἡ (Α) τεμάχιο άρτου, κόρα ψωμιού, στο οποίο έδιναν σχήμα κουταλιού και με το οποίο έτρωγαν τους ζωμούς. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. μυστίλη, που είναι αρχαιότερος από τον τ. μύστρον, έχει επίθημα ίλη (πρβλ. ζωμ ίλη, στροβ ίλη) και φαίνεται ότι… …   Dictionary of Greek

  • σπατίλη — και πατίλη, ἡ, Α 1. υδαρές αποπάτημα 2. αποπάτημα, κόπρος 3. μικρά κομμάτια, κοψίδια από δέρμα. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. λ., η οποία εμφανίζει επίθημα ίλη, που απαντά σε λ. τού καθημερινού λεξιλογίου τής Αρχαίας (πρβλ. κον ίλη, μαρ ίλη). Η λ. με …   Dictionary of Greek

  • όμιλος — ο (ΑΜ ὅμιλος, Α αιολ. τ. ὄμιλλος) συγκεντρωμένο πλήθος προσώπων («τοῡτ ἔπος γυναικοπληθὴς ὅμιλος», Αισχύλ.) νεοελλ. 1. σύλλογος, σωματείο, αδελφότητα (α. «ναυτικός όμιλος» β. «ιππικός όμιλος») 2. (οικον.) σύνολο επιχειρήσεων διαφόρων κλάδων που… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»